Τα πόδια. Απόψε χάρηκα τα πόδια. Και καθισμένος με την πλάτη στον τοίχο - χάριν ευκολίας, μην πάει ο νου σου στο πονηρό - χαιρόμουν την επέλαση των κάτω άκρων. Και μαζί σκεφτόμουν.
Τα πόδια είναι το τελευταίο πράγμα που βγαίνει από το μουνί της μάνας μας. Ελέγχεται πρώτα αν είμαστε για όχι μπλαβά, το λένε κάπως αυτό αλλά η γουικιπίντια φαντάζει τόσο μακρυά. Μας τα ακουμπάνε στη μελάνη και αφήνουμε το πρώτο μας αποτύπωμα. Ωχ, δυο πατούσες! Μετά, σα σωστοί μικροί άνθρωποι, τα μαζεύουμε προς το κέντρο του σώματός μας και κλαίμε.
Όταν τα γόνατα αγγίξουν το πάτωμα είμαστε πια μικροί θεοί. Το γόνατο είναι το μέσο επαφής. Αυτή είναι κι η αλήθεια μας, μέχρι να...
Περπατήσουμε. Μόλις λίγο αργότερα αναπτύσσουμε δυνατότητες όπως το τρέξιμο.Την κλωτσιά, το χοροπηδητό, το ανάποδο περπάτημα, τις μύτες, το μπουρδούκλωμα, τους μύκητες.
Σταυροπόδι, ουάου... Εφηβεία κι αμφισβήτηση. Ερωτικά καλέσματα με παράλληλες κνήμες ή αντρικές απομιμήσεις με ορθές γωνίες.
Υπομονή... Περισσότερη υπομονή...
Και μετά η αφαίρεση. Το "όχι πόδι", τα ανοιχτά πόδια. Τα κλειστά πόδια, τα μαζεμένα έντεχνα στο στήθος πόδια, τα στοιχισμένα πόδια κι αυτά που χάσκουν αντιγράφοντας κάποιο περιοδικό. Τα τεθλασμένα πόδια σαν τις πλευρές μιας κλεψύδρας. Τα γυμνά πόδια και τα καλυμμένα πόδια. Τα αξύριστα πόδια και τα λεία πόδια. Τα στραβά, τα κοκκαλιάρικα, τα μονομπλόγκ, τα ζαμπονάκια. Τα πόδια που φαίνεται να ανήκουν σε μια άλλη λεκάνη.
Αλλά πάντα εκεί. Στη ευθεία του ματιού μου, με νάζι, παλλόμενα στη μουσική, τσαχπίνικα σταυρωμένα, δειλά ή ανάμεσα σε άλλα πόδια μπλεγμένα.
Κάτω από τη κουβέρτα, με κιρσούς κι ευρυαγγείες, θεσσαλιστί νταουλιασμένα. Προς το τέλος, να σέρνονται βαριεστημένα χρούτς-χρούτς στα πλακάκια ενός νοσοκομείου.
Μετά,
ω, τι αλλάγη στη ζωή, να βγαίνουν πρώτα από το ναό παράλληλα με το έδαφος. Με τα παπούτσια να εξέχουν στην άκρη. Και τελική ειρωνεία να παραχώνονται αυτά πρώτα στο χώμα.
Καλή Κυριακή, αχα χα χα...