Βρίσκομαι στο αεροπλάνο, πανηγυρικά καθισμένη στη θέση δίπλα στο παράθυρο. Ενα ελαφρό χαμόγελο στο πρόσωπό μου μαρτυράει την βαθιά ικανοποίηση που μου προσφέρει η σκέψη ότι είναι μια από τις σπάνιες φορές που το ελβετικό γονίδιο μίλησε πάλι μέσα μου: μια απόλυτη οργάνωση χαρακτηρίζει τις κινήσεις μου των τελευταίων (κατα τ’άλλα υπερφορτισμένων) ημερών, με κρεσέντο την δεξιοτεχνική αναχώρηση για το αεροδρόμιο με τρελό περιθώριο χρόνου, την μη χρονοτριβή σε σάπια αεροδρομική κατανάλωση και ντιούτι φρι, και την αριστουργηματική κατάληψη της ποθούμενης θέσης στο παραθυρο, με αποφυγή οποιουδήποτε εκνευρισμού. Ανετίλα (που λέει και μια φιλενάδα).
Μέρος του σχεδίου μου απαράμιλλης οργανωτικής κομψότητας, τα αρθράκια σπαρταρούν στην τσάντα, φρεσκοτυπωμένα, ζεστα ζεστά ακόμη, περιμένοντας να διαβαστούν διεξοδικά και να υπογραμμιστούν κατά τη διάρκεια της πτήσης από Λονδίνο προς Αθήνα (μέρος του γενικότερου σχεδίου ‘διαβάζω για τη διπλωματική’).
Όμως δεν θα είναι αυτή η μοίρα τους. Το σχέδιο σταματάει εδώ και αναλαμβάνουν άλλα.
Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει εν τέλει κάθε φορά. Όταν η καρδιά νιώθει γεμάτη, καλοθρεμένη και ταυτοχρόνως ελαφριά (με τον κουντερικό αβάσταχτο τρόπο) βιάζεσαι να δώσεις και να μοιραστείς τα καλούδια, να βγεις και να φωνάξεις πώς και τί. ‘Και ναι, κι έτσι που λες, τό και τό, αυτό κι εκείνο’ λεπτομερές ψυχογράφημα και κύρηξη της μικροσκοπικής φευγαλέας αλήθειας που ο τρανός ο νους έχει συλλάβει και είναι πεπεισμένος ότι νάτο, αυτό είναι, κράτα το μη σου φύγει, πες σε όλους, μα σε όλους, σε φίλους, σε γνωστούς, γίνε τελάλης των μαντάτων, μέχρις ώτου το μάθει και η τελευταία πέτρα/ κι εσύ τότε θα έχεις διανύσει αυτή τη φάση, και θάχεις μπει πάλι στη φάση της εσωστρέφειας, της ανατροφής (τάισμα και πότισμα) και της δημιουργικής αναδίπλωσης. Σαν να λέμε βροχή και πάλι ήλιος και πάλι βροχή και πάει λέγοντας.
Στο νου μου τρέχουν τα γεγονότα της περασμένης εβδομάδας. Εδώ και μερικές μέρες δηλαδή συμβαίνει αυτό, αφότου μπόρεσα και αποφάσισα να μπω στο ίντερνετ να ενημερωθώ. Την Τρίτη που μας πέρασε μπήκα, εδώ που τα λέμε άργησα για τα καλά, με τις εξετάσεις το ανέβαλα και το ανέβαλα και αυτό κράτησε κάμποσες μέρες.
Αναφέρομαι στον κύκλο της βίας που φαίνεται να έχει ξεσπάσει στην Αθήνα, για τους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους. Για το αίμα που χύθηκε. Δεν υπάρχει αμφιβολία, κάτι ζοφερό αν όχι νοσηρό εξαπλώνεται μέσα, έξω και πάνω από την πόλη.
Διαβάζω και το στήθος μου βαραίνει. Διαβάζω και τα ποστ παρακάτω (μεχρι το φασίστας με μαχαίρι του pause) και
αυτό μιας φίλης . Διαβάζω και νιώθω και τη φωτιά: νιώθω την βία του τικτακ στις γροθιές μου, το μίσος και την αποστροφή του pause στο στομαχι μου. Διαβάζω τα σχόλια. Νιώθω την απελπισία του ελέφαντα. Τον βαθύ εκνευρισμό του fade. Κλείνω τα μάτια και νιώθω τη δική μου απόγνωση να με καταλαμβάνει από τις κορφές των μαλιών μέχρι τα νύχια των ποδιών.
/Σημειωτέον, είμαι ακριβώς στη φάση που έχω ξεκινήσει επιτέλους να σκέφτομαι το θέμα της διπλωματικής που πρέπει κάποια στιγμή να παραδώσω, το οποίο εφάπτεται κατα κάποιον έμμεσο τρόπο των γεγονότων, και κάνει όλο την γκάμα συναισθημάτων που με διακατέχει να επιβαρύνεται από αλλεπάληλες σαρωτικές κλισέ μηδενιστικές σκέψεις: Και ποιό το νόημα σε όλα αυτά? Μα ποιος ο λόγος?/
Παράλληλα, ενώ διαβάζω, κοιτάω το ρολόι στην ακρούλα της οθώνης μου υπερνευρικά. Δεν έχω πιει ούτε καφέ, είναι πια μεσημέρι οπότε επίσης πεινάω, είμαι με τις φόρμες, έχω αργήσει, πρέπει να πάω βιβλιοθήκη, έχω να συναντήσω την επιβλέπουσα και όλες αυτές τις μέρες δεν έχω προλάβει να ούτε να ξυστώ, δεν έχω ετοιμάσει τίποτα, μα τίποτα απλύτως.
Σηκώνομαι από το γραφείο, γνωρίζοντας κατα βάθος ότι η ταραχή μου είναι τόσο βαθιά, που το πιθανότερο η μέρα αυτή να πάει στράφι.
Μοιράζω επιθετικότατες κλοτσιές σε ότι εμποδίζει το δόμο μου προς την έξοδο από το δωμάτιο, στα πεταμένα μου ρούχα, στα κουτάκια αναψυκτικών, στη θήκη του ακορντεόν. Βγαίνω στο δρόμο και πάω σα τη παλαυή, οι σκέψεις έχουν απλά ξεφύγει και μου ζουρλίζουν το κεφάλι, ενώ παράλληλα προσπαθώ απεγνωσμένα να προσποιηθώ ότι δεν τρέχει, και να φερθώ σαν φυσιολογικός άνθρωπος που κάνει φυσιολογικά πράματα. Η σειρά των πράξεων ρουτίνας που πρέπει να επιτελέσω από το α ως το δ (α. Βάλω κάτι στο στομάχι μου, β. Σηκώσω λεφτά, γ.Γεμίσω την κωλο όυστερ (τύπου αγγλικό εισιτήριο), δ. Πάρω το λεφωρείο) άξαφνα φαντάζει πράξη ασύληπτου βαθμού δυσκολίας και βρίσκομαι να περπατάω σαν χαμένο παραπαίοντας αναποφάσιστη από τη μια κατεύθυνση του δρόμου προς την άλλη, σαν το ξεβιδωμένο εκρεμές.
Από θαυμα ή μάλλον από μηχανική συνήθεια (ενδότερη ασυνείδητη σοφία - αυτό που δουλεύει μέσα σου ενώ εσύ χαώνεσαι) τα αποσυντονισμένα μου βήματα με φέρνουν στην πλαινή είσοδο του γειτονικού νεκροταφείου.
Πραγματικά είμαι ευγνώμων (όπως και πολλοί άλλοι) για την ύπαρξη αυτού του νεκροταφείου τόσο κοντά στο σπίτι μου. Δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε νεκροταφείο. Όσοι μένουν ή έχουν διαμείνει κάποτε στην περιοχή φαντάζομαι το γνωρίζουν. Σκέψου το καλύτερο σκηνικό που θα επέλεγε ο Τιμ Μπάρτον για ταινία του: πέτρινοι τάφοι πνιγμένοι στη βλάστηση, σπασμένοι γοτθικοί σταυροί κι ξεχασμένα αγάλματα λιονταριών και αγγέλων, ψηλά δέντρα με κισσούς και κλιματσίδες τύπου ταρζάν να κρέμονται, πουλιά όλων των ειδών που αντηχούν σε όλες τις τονικότητες, η βουή του δρόμου άφαντη, σκιουράκια που πηδούν ξέγνοιαστα από τάφο σε τάφο και η αίσθηση ότι ο χρόνος σταματά.
Καθώς προχωρώ στα δεδαλώδη μονοπάτια του νεκροταφείου, τα βήματα μου γίνονται πιο σταθερά. Όσο πιο βαθιά χώνομαι, τόσο πιο πολύ ηρεμώ και σταδιακά η σύγχυση υποχωρεί. Είναι πολλοί οι λόγοι για τους οποίους τα νεκροταφεία ηρεμούν τον άνθρωπο. Λίγο η ησυχία, λίγο η αποκοπή από τα εγκόσμια, λίγο το μακάβριο φόντο και οι νεκροί που σου χαμογελούν σε πλήρη νιρβάνα μέσα απ’τους τάφους τους και χασκογελάν μετα παθήματά σου και τις διαστάσεις που τους δίνεις...και το μέγεθος του προβλήματος που σε απασχολεί παίρνει και πάλι φυσιολογικλες διαστάσεις, μπαίνει υπό κλίμακα και τοποθετείται σχέση με την απόλυτη αναλογία, την στερνή εξίσωση της ζωής και του θανάτου. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, νιώθοντας ασφαλής και πιο ζωντανή από ποτέ (το εφέ της αντίθεσης) κάνω στον εαυτό μου μια ερώτηση.
Τί είναι αυτό που χρειάζεται να πράξω? Σε μια εποχή σαν αυτή που ζούμε, σε μια εποχή που τα γκρί γίνονται μαύρα και τα μαύρα φαντάζουν κι αναμένονται μαυρύτερα, τί είναι αυτό που καλούμαι εγώ να κάνω?
Ωραία. Έκανα την ερώτηση. Αυτό είναι το πρώτο βήμα. Όμως η απάντηση?
Καμία απάντηση. Σιωπή.
...
Κάθομαι κι ακούω τη σιωπή. Και σιγά σιγά η σιωπή γίνεται το θρόισμα των φύλλων. Και μετά γίνεται το φύσημα του αέρα. Και μετά από λίγη ώρα το κρώξιμο ενός κορακιού και μερικά κελαηδίσματα σπουργιτιών. Να και μια μέλισσα που ζουζουνίζει. Μυρίζω τον αέρα και είναι γλυκός. Τα φυλαράκια στα δέντρα είναι πράσινα λαχανιά, και τα χορτάρια καλύπτονται από από λουλακί κα μωβ καμπανίτσες. Με κομμένη την ανάσα κοιτάω ένα γύρω και παρατηρώ την εκρηκτική άνοιξη που με τυλίγει. Που στο αγγλικό περιβάλλον, το χορτασμένο από βροχή, έρχεται παντοδύναμη, πανίσχυρη θεά και εκδηλώνεται σε όλο το τρανό της μεγαλείο. Και νιώθω και το χώμα, που με κρατάει γερά, και που θα με αγκαλιάσει μια μέρα σαν τα υπόλοιπα φιλαράκια μου στους τάφους.
Νιώθω ότι γίνομαι ένα με όλα αυτά και επιτόπου καταλαμβάνομαι από συγκίνηση και δέος μπροστά στο μεγαλείο και στην ανυπέρβλητη δύναμη της ζωής. Και εκείνη τη στιγμή έρχεται και η απάντηση (ή μαλλον ένα είδος απάντησης):
Αρνούμαι να ζήσω τη ζωή μου μέσα από τον φόβο.
Και δεν επιτρέπω σε τίποτα και σε κανέναν, ούτε από το παρελθόν, ούτε από το παρόν, μα ούτε κι απ’το μέλλον, να μου επιβάλει το φόβο και να μου κλονίσει την εμπιστοσύνη μου στη δύναμη της ζωής.
Και δεν εννοώ μόνο τον φόβο που σε κάνει να μη περιμένεις στη στάση του λεωφορείου μόνη σου αργά τη νύχτα. Ούτε το φόβο για το ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα. Ούτε το φόβο για την χρεοκοπεία του κράτους.
Εννοώ και τον φαινομενικά δικό μου και δικό σου φόβο, τον φόβο που σε κάνει να απελπίζεσαι, το φόβο για το μέλλον, το φόβο για τις επιλογές μου, το φόβο ότι δεν θα χτίσω καμιά σταθερότητα ποτέ, τον φόβο ότι οι γονείς μου χτίσαν περισσότερα πράματα και βγάλαν περισσότερα λεφτά από εμένα, τον φόβο ότι όλοι οι άλλοι (ανεξαιρέτως) είναι φοβεροί και τα καταφέρνουν καλύτερα από εμένα, το φόβο για τις παλιές ιστορίες που έρχονται σαν τα φαντάσματα και σέρνονται οι ίδιες ξανά και ξανά, το φόβο ότι δεν θα ξημερώσει η καινούρια μέρα, το φόβο για τον άνθρωπο, για τη ζωή, το θάνατο. Τον φόβο πως τίποτα δεν έχει κανένα νόημα απολύτως. Είναι ατελείωτη η λίστα των φόβων.
Μάλλον είναι τέτοια η εποχή που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αποφυγή της αυτογνωσίας. Δεν μπορείς εύκολα να κάνεις ότι δεν τρέχει τίποτα, να πάρει τις αποφάσεις σου από μόνος σου, θεωρώντας ότι τίποτα δεν σε αγγίζει και όλα σε αφήνουν ανεπηρέαστο. Εγώ σήμερα λέω ότι διαλέγω στη θέση του φόβου να βάλω την εμπιστοσύνη. (Κι αυτό μια φιλενάδα μου το είπε, σε χαλεπούς καιρούς, και τότε δεν είχε κάνει κλικ, αλλά τώρα έκανε και την ευχαριστώ, ξέρει αυτή). Θέλει τρομαχτικό κουράγιο, είναι σαν να κάνεις άλμα στο κενό.
Όταν λέω εμπιστοσύνη και ‘πίστη στη δύναμη της ζωής’ είναι ό,τι για τον καθένα αυτό σημαίνει. Πρέπει να σταθούμε, να βιώσουμε, να εφαρμόσουμε και να διαλαλήσουμε ό,τι αγαπάμε. Μπορούμε να τη γράψουμε μαζί τη λίστα: πίστη στην αγάπη, στην πλάτυνση και το φούσκωμα τις καρδιάς, στη διαύγεια και τη σοφία, στο μοίρασμα και την επικοινωνία, στη φιλία, στους αποχωρισμούς και τα ανταμώματα, στην δυνατότητα, το όνειρο, την αλλαγή, σε αυτό που γίνεται και αυτό που δεν γίνεται, στα δύσκολα και τα έυκολα, στα ψηλά και τα χαμηλά.
Και την βία του τικ τακ (ποστ +/_) θα βάλω μέσα, αυτή όμως την εγελιανή, της δημιουργίας, που κάνει τα άστρα να λάμπουν στον ουρανό και τα ηφαίστεια να γουργουρίζουν.
Θα τελειώσω αυτό το ποστ σεντόνι με το εξής σημαντικό, που ήταν και το μόνο που ήθελα να γράψω εξαρχής:
Θέλω να τονίσω, να φωνάξω, να επισημάνω και να υπογραμμίσω, ότι πρέπει να κάνουμε κράτει με την διάδοση των κακών μαντάτων και τη αλόγιστη χρήση του λόγου.
Ο λόγος έχει τρομαχτική δύναμη. Θέλει προσοχή και σοβαρολογώ. Σίγουρα παίζει ρόλο και το γεγονός ότι όταν βρίσκεσαι εκτός, ο απόηχος τον γεγονότων φτάνει σε σένα πιο δυνατός, όλα παίρνουν άλλες διαστάσεις, χειρότερες. Παρ’όλα αυτά, έχω την αίσθηση ότι πέρα από τα μίντια, που ο λόγος τους κατευθύνεται από το κέρδος, έχουμε όλοι την ευθύνη στο να μην παίρνουμε τη σκυτάλη στην μεταλαμπάδευση και μεγένθυση του δράματος και της τραγωδίας, του μίσους, της βίας και της απελπισίας. Και το λεώ επειδή ως Έλληνες (ό,τι κι αν αυτό σημαίνει) έχουμε μια αδυναμία στην καταστροφολογία, όπως και στην εποικοδομητική ομιλία και τον σχολιασμό.
Νομίζω ότι στη δεδομένη χρονική στιγμή θέλει προσοχή. Και ιδιαίτερα ο προφορικός λόγος, που κατ’εμέ έιναι και πιο δυνατός, άρα και πιο επικίνδυνος. Αλλά και ο γραπτός.
Για αυτό ας προσέχουμε τί ακούμε, τί διαβάζουμε, τί λέμε, και τί γράφουμε. Τα λόγια μας ας μην τα μεταχειριζόμαστε αλόγιστα. Δε λέω ότι τα γεγονότα δεν είναι αυτά που είναι, και ότι χρειάζεται να αποσιωπηθούν κάποια πράματα. Λέω απλά ότι τα λόγια, άπαξ και τα προφέρεις, έφυγαν πια από τη δική σου δικαιοδοσία, έχουν την δική τους ζωή, περιφέρονται, υπνωτίζουν, κουρδίζουν και στοιχειώνουν.
Για τεκμηρίωση θα ανατρέξω στον Πλάτωνα και ένα απόσπασμα από τους Νόμους, όπου παρομοιάζει τα λόγια με επωδές (κάτι δηλαδή σαν ξόρκια), επισημαίνοντας έτσι τη ΄μαγική΄ δύναμη του λόγου (για την δύναμη και τη σημασία της επωδής στον αρχαίο ελληνικό κόσμο δες: 1986, J.M. Bertrand, De l’écriture à l’oralité ):
«ολη τη πολει όλην την πόλιν αυτήν αυτή επάδου(1) αν μή παύεσθαι»
(Πλάτων, Νόμοι 665c)
(πολύ αντιαισθητικό χωρίς τους τόνους, αλλά δεν μιλάει αρχαία ο υπολογιστής μου)
Στο απόσπασμα αυτό, με έντονα μουσικό τρόπο (συνηχήσεις, παρηχήσεις κτλ) λέει ο ποιητής φιλόσοφος ότι στην ιδανική πολιτεία, ολόκληρη η πόλη μιλά, προφέρει λόγια τα οποία από συνολικά, γίνονται λόγια του καθένα ατομικά και πάλι το αντίστροφο, και κατ’αυτόν τον τρόπο αυτο-μαγεύεται (δες Bertrand, 1986: 400). Σε κάθε περλίπτωση, θεωρώ ότι ως Έλληνες (και ναι λοιπόν, θα το ορίσω δίχως φόβο, ό,τι μου κατέβει : Έλληνας είναι όποιος έχει ψηθεί κάτω από τον ήλιο, πλατσουρίσει στα νερά, γευτεί τους καρπούς, μυρίσει τις μυρωδιές, μιλήσει τη γλώσσα, και αγαπήσει τα στοιχεία της φύσης που συναντά κανείς στο συγκεκριμένο γεωγραφικό μήκος και πλάτος του πλανήτη όπου το έτος γήινο, χριστιανικό 2011 τυχαίνει να αποκαλείται Ελλάδα) Λοιπόν, ως Έλληνες έχουμε να κάνουμε με μια προφορική κουλτούρα, μια κουλτούρα λόγου. Ας μην την στρέφουμε εναντίον μας, κι ας τη μεταχειριστούμε σοφά.
Αυτά λοιπόν, άντε και το επόμενο ποστ μετά από τρία χρόνια πάλι :)
(1) επάδω, καταδω, κατεπαδω : Ρήματα με συναφές εννοιολογικό περιεχόμενο που εμφανίζονται συχνά στο έργο του Πλάτωνα. Κατά το λεξικό της αρχαίας ελληνικής μουσικής του Σ. Μιχαηλίδη, καταδω= γοητεύω με τραγούδι, τραγουδω επωδή, μαγικό τραγούδι – Φρύνιχος, Επιτομή: «γοητεύειν + πειθειν» (καταδω= γοητεύω και καθησυχάζω). κατεπαδω=μαγεύω, γοητεύω με τραγούδι ή με μάγια – Πλάτων, Μένων (στον Σωκράτη): καί νυν, ως γέ μοι δοκεις, γοητεύεις με, φαρμάττεις καί ατεχνως κατεπάδεις» («και τώρα όπως μου φαίνεται, με σαγηνεύεις, μου δίνεις φίλτρα και με γοητεύεις με μάγια/μαγικά λόγια»)