Το buzz της εβδομάδας
see........ online counter........ listen

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

______Λ______

Ατονικη γραφη αποψε. Γραφω πανω σε μια ροτοντα με διαφανες πλαστικο καλυμα. Απο κατω ενα υφαντο τραπεζομαντηλο με μοτιβο ενα μπουκετο λουλουδια που επαναλαμβανεται κυκλικα. Απεναντι στον τοιχο κρεμονται φωτογραφιες νεκρων ανθρωπων, μια χαμογελαστη γυναικα γυρω στα τριαντα ποζαρει στο στουντιο ενος χιωτικου φωτογραφειου. Διπλα της, σε αλλο καδρο, μεγαλυτερο, ενα ζευγαρι. Η γυναικα μοιαζει με πρωιμο emo με αυτη την φρατζα μπροστα απο το δεξι της ματι. Καθωσπρεπει ολα. Απο πανω ενα αλλο ζευγαρι ηλικιωμενων. Ο ανδρας εχει ενα παχυ ασπρο τσιγκελωτο μουστακι. Χαμογελαει σφιγμενος. Η γυναικα διπλα του σοβαρη, με εναν αυστηρο γιακα σφιγμενο στο λαιμο της, ειναι ακομα ομορφη. Πλαστικα λουλουδια στο βαζο. Πεθαμενα ολα. Σαν αυτα που στολιζουν τα μνηματα οταν περασουν μερικες βδομαδες πενθους. Νεκροι στον τοιχο, νεκρα τα λουλουδια. Συμφωνια.

Εχοντας ανοιχτη την εξωπορτα ακουω μια παρεα απο την κοντινη ταβερνα να τραγουδαει τη φραγκοσυριανη, την κυρια καβουρινα και αλλα. Καπου πανω απο την τσιμεντενια πλακα πρεπει να υπαρχει η πανσεληνος. Βγηκα στο μπαλκονι να τη δω αλλα δεν μπορεσα. Πρεπει να κανω μερικα βηματα ακομα αλλα αρνιεμαι. Ημουν εκει οταν βγηκε απο τα τουρκικα παραλια. Δεν ειχε τη μεγαλοπρεπεια της τελευταιας της φορας.

Συζητουσα νωριτερα για το πώς η εμφανιση μιας δευτερης σεληνης θα ξεσκιζε την ατομικοτητα, ως υστατη περιχαρακωση, που ο καθενας μας φερει. Μια η σεληνη, ενας κι εγω. Δυο οι σεληνες. Εγω;

Τα τρια τελευταια χρονια ειχα σκεφτει μια μεθοδο για να απαντω στα διπολα. Την εχω απωλεσει πια. Πριν μερικες μερες ακουσα μια απλη φραση που ολοι εχουμε πει και ακουσει. Κι ομως καταφερε να ανατρεψει τη μεθοδο μου. Ειμαι σε διεγερση. Με σκεφτομαι να ξαπλωνω κατω απο ενα μαστιχοδεντρο, το ασπρο χωμα που βρισκεται απο κατω θα φωτιζει υποθετω. Θα το φορεσω φωτοστεφανο.

Θα σκεφτω. Θα αναιρεθω. Μια οχια θα ερθει να τυλιχτει γυρω απο το λαιμο μου, οπως ο λωρος οταν γεννιομουν. Οι σκεψεις του πλακουντα ομοιαζουν αυτων που γινονται μεσα στη θαλασσα, οταν με ανοιχτα ματια ολα ειναι θολα. Ειμαι εκτος της φυσης μου. Σπαρταραω σε μια προσπαθεια να ξεφυγω απο την ψαροκασελα της πραγματικοτητας. Βλεπω κι αλλους σαν κι εμενα αλλα δεν προλαβαινω να τους βοηθησω. Ισως να εκκινησω μια επανασταση.

Ο Αναγνωστακης συμφωνει μαζι μου σχετικα με τη ρηση του Μιχαλη Κατσαρου για την ποιηση του Ελυτη. Γεμιζω περηφανεια. Δεν ειμαι μονος. Υπαρχει ενα Αιγαιο που σιχαινομαι. Αυτη την ωρα σιχαινομαι το Αιγαιο. Ευχομαι να τους πνιξει μεσα στα σαλονια τους. Το Αιγαιο ανηκει, αφου θελετε να ανηκει οπωσδηποτε σε καποιους, σε αυτους που το καταπινουν. Πριν απο ολους ανηκει στους πνιγμενους του. Σε αυτους που τα σωματα τους γεμισαν απο το νερο του. Μετα ανηκει στα γιδια που πριν ξημερωσει καθονται στα ψηλα βουνα και με ανοιχτα τα στοματα τους στο βορια δροσιζουν το λαιμο τους. Στο διαολο τα απεραντα γαλαζια σας, τα ρεμετζα σας, το φρεσκο ψαρι και τα εμφιαλωμενα σας νερα του ενος λιτρου.

Η αποχη απο το δικτυο περασε τις σαραντα μερες. Αποχη πληρης απο ολα. Εχω διαβασει τα λιγοτερα βιβλια απο καθε αλλο καλοκαιρι. Τεινω να σηκωνω το κεφαλι συχνοτερα απο τις σελιδες. Κατι αναζητω αλλα δε βρισκεται ουτε στο χαρτι ουτε στο βλεμμα μου. Γι αυτο φετος κινουμαι περισσοτερο. Αν δεν αλλαζει το τοπιο ειναι επειδη μενω ακινητος. Σφιγγω τα ποδια μου και τρεχω πανω στα λαγκαδια, πλατσουριζω στις πρασινες βαθρες, σπαω κλαρια, κοιταω πισω απο τα βραχια. Και μετα πισω απο τα πισω βραχια. Παντα υπαρχει κατι. Η γη χυνεται απο το ταψι στο σημειο που επιλεγω να γυρισω πισω. Αυτο ειναι ο κοσμος μου. Ο,τι πατησα, ο,τι ακουμπησα, ο,τι ειδα.

Στο ιερο του Απολλωνα περπατησα καθε πετρα. Στο ξωκλησι που χτιστηκε με τις πετρες του, μπηκα στην αγια τραπεζα. Ανεβηκα πανω στο ασβεστωμενο κιονοκρανο που ειχαν χρησιμοποιησει. Μια αισθηση υπεροχης με κυριευσε. Πηρα ποζα δισκοβολου. Ο βανδαλισμος ειναι μεγαλη υποθεση τελικα.

Ηδη εχω μεταφερθει στην κουζινα. Ειναι ο αρχετυπος χωρος μου, η εκκινηση της σπειρας μου. Απο δω θα καταστρωσω τα σχεδια μου. Ειμαι ηδη καλυτερα. Εμφορουμαι απο μια νεα κατασταση πραγματων. Ειμαι τοσο καλυτερα που θα κοιμηθω. Φοβαμαι να μη χασω αυτη τη γλυκια ψευδαισθηση. Αποζητω ενα ονειρο, μια πομπη στο φως της πανσεληνου με γυμνα πελματα. Ανθρωποι ολων των ειδων, σαν αυτους του Λασκαρατου, περπαταμε σταθερα σε μια πλαγια. Ανεβαινουμε.